Ιστορική Επισκόπηση
Τα Σημαντικότερα Ιστορικά και Αρχαιολογικά Στοιχεία του Κάστρου Φαναρίου
Χτισμένο στα τέλη του 13ου αιώνα, το Βυζαντινό Κάστρο Φαναρίου Καρδίτσας υπήρξε οχυρό των δεσποτών της Ηπείρου και αργότερα διοικητικό κέντρο των Οθωμανών.
Τοποθεσία και Ιστορική σημασία: Με στρατηγική θέση στον Θεσσαλικό κάμπο, ήλεγχε δρόμους και περάσματα. Συγκεκριμένα βρίσκεται 16χλμ. νότια των Τρικάλων, στο νομό Καρδίτσας. Είναι το μοναδικό καλά διατηρημένο κάστρο στη Δυτική Θεσσαλία.
Κατάσταση και Αποκατάσταση: Αν και υπέστη ζημιές και λαφυραγωγήθηκε, αναστηλώθηκε από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων μετά το 1995, με τις πρώτες ανασκαφές να ξεκινούν τη δεκαετία του ’80.
Ιστορικές Φάσεις: Το Κάστρο έχει μακρά ιστορία από την αρχαία Ιθώμη (όπως υποστηρίζουν κάποιοι), με αναφορές από το 1289 και ενεργό ρόλο στον 14ο και 15ο αιώνα. Πέρασε από Βυζαντινούς, Φράγκους, Οθωμανούς. Το Φανάρι έμεινε κάτω από τον τουρκικό ζυγό για περίπου 460 χρόνια. Συνδέεται με σημαντικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, όπως η Άννα της Ηπείρου, οι Γαβριηλόπουλοι και η επέκταση των Σέρβων του Στεφάνου Δουσάν.
Στρατηγική Χρήση: Χρησιμοποιήθηκε τόσο από την βυζαντινή όσο και την οθωμανική διοίκηση για την επίβλεψη της διαδρομής Τρίκαλα – Άρτα. Υπήρξε επίσης έδρα επισκοπής από τον 15ο αιώνα.
Αρχιτεκτονικά στοιχεία: Μικρό φρούριο 2,6 στρεμμάτων πολυγωνικής κάτοψης με 6 πύργους, 2 εισόδους (την κύρια και την βοηθητική), τείχη με επάλξεις. Περιλαμβάνει πυριτιδαποθήκη, μια υπέργεια και μια υπόγεια δεξαμενή νερού, ευρήματα τζαμιού, ευρήματα μιναρέ, φυλάκιο.
Απελευθέρωση & Νεότερη Ιστορία: Απελευθερώθηκε από τον Σπ. Καραϊσκάκη το 1881, ενώ το 1897 καταλήφθηκε προσωρινά ξανά από τους Τούρκους.
Σήμερα αποτελεί σημαντικό μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς και σημείο αναφοράς για το χωριό Φανάρι. Είναι επισκέψιμο και διατηρείται σε καλή κατάσταση.
Για τους Λάτρεις της Ιστορίας: Η Αναλυτική Πορεία του Κάστρου Φαναρίου
Η Γεωγραφική Θέση του Φαναρίου
Αρχικά, το Φανάρι είναι χωριό του Δήμου Μουζακίου, της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας στη Θεσσαλία. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «φαίνομαι», επειδή από τη θέση του στην κορυφή του λόφου φαίνεται όποιο σημείο του Θεσσαλικού Κάμπου επιθυμεί να δει κάποιος, προσφέρει δηλαδή μια πανοραμική θέα στον Θεσσαλικό Κάμπο.
Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα των Αγράφων, σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρα (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, 2014). Είναι χτισμένο πάνω σε μια λοφοσειρά που ξεκινά από την οροσειρά της Πίνδου και προεκτείνεται σαν χερσόνησος μέσα στην πεδιάδα της Θεσσαλίας. Ο οικισμός αναπτύσσεται γύρω από τον λόφο, με το κάστρο να δεσπόζει επιβλητικά στην κορυφή του (Σδρόλια Σταυρούλα, 2012).
Το Φανάρι και το Κάστρο κατά τη Βυζαντινή Περίοδο
Η πρώτη αναφορά στο Φανάρι εμφανίζεται σε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του 1289 του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου. Το έγγραφο αυτό εντοπίστηκε στη Μονή Μεγάλου Μετεώρου και είχε συνταχθεί με σκοπό να κατοχυρώσει την περιουσία της Μονής της Παναγίας της Ελεούσας της επονομαζόμενης Λυκουσάδας ή Λευκουσιάδας. Η μονή αυτή είχε ιδρυθεί κοντά στο Φανάρι από τη σύζυγο του Ιωάννη Α΄ Άγγελου Κομνηνού Δούκα, πρώτου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, η οποία έφερε το μοναστικό όνομα Υπομονή (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, χ.χ.).
Η βυζαντινή πόλη του Φαναρίου αναφέρεται συχνά στις πηγές καθ’ όλη τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Χτισμένη σε φυσικά οχυρωμένη θέση, απέκτησε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, καθώς βρισκόταν στο πέρασμα που συνδέει την Ήπειρο με τη Θεσσαλία, ελέγχοντας τη διαδρομή Τρικάλων-Άρτας.
Για αυτούς τους λόγους, το κάστρο χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους ως ορμητήριο, ως προπύργιο καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας τους (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, 2007). Από τον 15ο αιώνα και μετά, το Φανάρι έγινε έδρα επισκοπής.
Ιστορική Συνέχεια από την Αρχαιότητα: Η Ιθώμη
Το Κάστρο του Φαναρίου βρίσκεται στην ίδια περίπου περιοχή όπου, στην αρχαιότητα, υπήρχε η ακρόπολη της προ-ομηρικής οχυρωμένης πόλης-κράτους της Ιθώμης (Ομήρου Ιλιάδα Β΄729-733), γνωστής και ως «κλωμακόεσσα». Η πόλη ήταν χτισμένη στις πλαγιές ενός λόφου, ανατολικά του Μουζακίου, περίπου 10 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Γόμφων.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι της Ιθώμης συμμετείχαν στην εκστρατεία της Τροίας, υπό την ηγεσία των γιων του Ασκληπιού, Μαχάονα και Ποδαλείριου. Ο Στράβων, για να τη διακρίνει από τη μεσσηνιακή Ιθώμη, ανέφερε πως η ονομασία της πρέπει να προφέρεται ως «Θώμη».
Κατακτήσεις και Πολιτικές Εξελίξεις (13ος–14ος αι.)
Τον 13ο αιώνα μ.Χ., η Δυτική Θεσσαλία αρχίζει να αποκτά σημασία λόγω της γειτνίασής της με το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Κατά την περίοδο 1303-1308 μ.Χ., η Άννα της Ηπείρου, για να προστατεύσει τα ανατολικά σύνορα του δεσποτάτου, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κατέλαβε το φρούριο του Φαναρίου. Ωστόσο, στρατεύματα του Δουκάτου των Αθηνών (Φράγκοι), που είχαν υπό τον έλεγχό τους τη Θεσσαλία, αντέδρασαν στέλνοντας στρατό 800 θωρακισμένων ιπποτών και 3.000 πεζών. Μετά την εισβολή τους, η Άννα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, επιστρέφοντας το φρούριο στους Φράγκους και πληρώνοντας χρηματική αποζημίωση.
Το Κάστρο του Φαναρίου συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα και κατακτήσεις. Συγκεκριμένα, το 1332 το Φανάρι είχε καταληφθεί από τον δεσπότη της Ηπείρου, Ιωάννη Ορσίνι, ο οποίος είχε επίσης καταλάβει τους Σταγούς (Καλαμπάκα), τα Τρίκαλα, το Δαμάσι, την Ελασσόνα. Σε όλες αυτές τις περιοχές τοποθλετησε δικές του φρουρές. Για την εγκατάσταση του Ορσίνι σύμφωνος ήταν ο Γαβριηλόπουλος, καθώς και οι τοπικές άρχοντες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενωθεί ένα τμήμα της Δυτικής Θεσσαλίας με το δεσποτάτο της Ηπείρου (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, χ.χ.).
Τον 13ο και 14ο αιώνα, αποτέλεσε κέντρο εξουσίας υπό τον Στέφανο Γαβριηλόπουλο, τον πιο σημαντικό ηγεμόνα στο Φανάρι (οι Γαβριηλόπουλοι ήταν μια από τις αρχοντικές οικογένεις της πόλης του Φαναρίου), φεουδάρχη μεγάλης περιοχής (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, 2007). Συγκεκριμένα, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος του είχε απονείμει τον τίτλο του «Σεβαστοκράτορα», με αποτέλεσμα να διοικεί σε ένα καθεστώς de facto αυτονομίας (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, χ.χ.). Μετά τον θάνατο του Στ. Γαβριηλοπούλου το 1333, ο Μονομάχος ή Μονομαχάτος της Θεσσαλονίκης προχώρησε στην κατάληψη σειράς περιοχών της Θεσσαλίας, μεταξύ των οποίων και το Φανάρι. Την ίδια περίοδο, όμως, κινήθηκε αιφνιδιαστικά και ο Δεσπότης της Ηπείρου Ιωάννης Β’ Κομνηνός, ο οποίος κατέλαβε με επιδρομή τα κάστρα του Φαναρίου, των Τρικάλων, του Δαμασιού, της Ελασσόνας και άλλα οχυρά της Θεσσαλίας, εγκαθιστώντας σε αυτά δικές του φρουρές. Όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ πληροφορήθηκε τις κινήσεις του Ιωάννη, έσπευσε αυτοπροσώπως στην περιοχή με σκοπό να ολοκληρώσει το έργο του Μονομαχάτου. Κατάφερε να ανακαταλάβει με σχετική ευκολία τα χαμένα εδάφη, ενώ στη συνέχεια φρόντισε για την επανοχύρωση των φρουρίων της Θεσσαλίας.
Μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στο Βυζάντιο (1341–1347) μεταξύ των υποστηρικτών του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι Θεσσαλοί κάλεσαν τον Καντακουζηνό να αναλάβει την περιοχή τους, και εκείνος έστειλε τον ανιψιό του Ιωάννη Άγγελο, ο οποίος πέτυχε την ένωση και την προσωρινή ηρεμία της Θεσσαλίας, απαλλάσσοντάς την και από την καταλανική παρουσία. Ωστόσο, το Κάστρο του Φαναρίου κατακτήθηκε από τον Μεγάλο Κράλη των Σέρβων Στέφανο Δουσάν, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τον βυζαντινό εμφύλιο, επέκτεινε ραγδαία το κράτος του στη νότια Βαλκανική.
Η Οθωμανική Περίοδος και η Νεότερη Ιστορία
Αργότερα, γύρω στο 1396–1397, το Φανάρι περιήλθε για πρώτη φορά στους Οθωμανούς (Αρχαιολογία και Τέχνες, 2018), στο πλαίσιο της εκστρατείας του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ στη Θεσσαλία (Σαβόγλου Κώστας, 2002), αν και προσωρινά επανήλθε σε βυζαντινά χέρια μετά τη μάχη της Άγκυρας.
Το Κάστρο, λοιπόν, πέρασε διαδοχικά στα χέρια Βυζαντινών, Δεσποτών της Ηπείρου, Καταλανών, Σέρβων, και τελικά Τούρκων. Η οθωμανική κυριαρχία εδραιώθηκε το 1423, όταν ο Μουράτ Β΄ ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Θεσσαλίας με στρατηγό τον Τουραχάν μπέη και συνεχίστηκε για 460 χρόνια, με το Φανάρι να παίζει ρόλο σε επαναστάσεις το 1825 και 1854. Απελευθερώθηκε το 1881 από τον Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη, ενώ το 1897 επανήλθε προσωρινά στους Τούρκους (Δημήτρη Βασ. Ντούσα, 2023).
Αρχιτεκτονική και Σημερινή Κατάσταση του Κάστρου
Το Κάστρο Φαναρίου κατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα, σε μια περίοδο όπου η δυτική Θεσσαλία αποτελούσε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, του βυζαντινού αυτοκράτορα και των τοπικών γαιοκτημόνων. Πιθανολογείται ότι στη θέση του υπήρχε παλαιότερο οχύρωμα, και είναι ένα από τα ελάχιστα κάστρα της Ελλάδας που έχουν διατηρηθεί σε αυτήν την κατάσταση.
Το κάστρο καλύπτει έκταση 2,6 στρεμμάτων και περιβάλλεται από ένα ακανόνιστο, πολυγωνικό τείχος, το οποίο ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους και σώζεται ακέραιο. Το μήκος του τείχους φτάνει τα 255μ. και το εξωτερικό ύψος κυμαίνεται από 9μ. έως και 13μ. Το πάχος της τοιχοποιίας κυμαίνεται από 1,80μ. έως 2μ. Το τείχος ενισχύεται με έξι προεξέχοντες πύργους, τοποθετημένοι σε άνισα διαστήματα, με σκοπό την ενίσχυση καίριων σημείων του κάστρου, και οδοντωτές επάλξεις. Χαρακτηριστική είναι η κλίση με την οποία έχει κατασκευαστεί η εξωτερική παρειά του τείχους, η οποία κυμαίνεται από 5% – 10%, γνωστή στην ορολογία της αμυντικής αρχιτεκτονικής ως scarpa. Πέτρα τοπικής προέλευσης χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ημιλαξευμένοι γωνιόλιθοι (αγκωνάρια) στις γωνίες της οχύρωσης (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, χ.χ.).
Στο εσωτερικό του κάστρου και στο κεντρικότερο μέρος του υπάρχουν δύο δεξαμενές για τη συλλογή νερού, μια υπέργεια και μια υπόγεια. Η υπέργεια προοριζόταν για την συλλογή όμβριων υδάτων και η υπόγεια καλύπτεται με θολωτή στέγη και χρησίμευε για την αποθήκευσή τους. Επίσης, υπάρχουν ερείπια από τζαμί και μιναρέ, μια καμαροσκεπής πυριτιδαποθήκη και ένα δίχωρο κτίσμα κοντά στην είσοδο που χρησιμοποιούνταν από τη φρουρά (φυλάκιο). Η πλειοψηφία των κτισμάτων στο εσωτερικό του φρουρίου χρονολογούνται στην ύστερη περίοδο της οθωμανικής κατοχής, 18ος – 19ος αι. (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, 2007). Το κάστρο διέθετε δύο εισόδους, την κύρια και την βοηθητική, με την κύρια να βρίσκεται στη νότια πλευρά, με ημικυκλικό σχήμα. Μια από τις δεξαμενές για τη συλλογή βρόχινου νερού σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση (Σδρόλια Σταυρούλα, 2012). Τέλος, κατά τη διάρκεια ανασκαφικής έρευνας πλησίον των δεξαμενών βρέθηκε ένα μικρό λουτρό, το οποίο ανατινάχθηκε από τους ντόπιους το 1960 (Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, χ.χ.).
Ήταν σημαντική η αρχιτεκτονική ενός Κάστρου; Φυσικά! Οι πύργοι παρείχαν οπτικό έλεγχο της περιοχής και διευκόλυναν την άμυνα με την χρήση τόξων, βελών ή μεταγενέστερα πολυβόλων. Η πυριτιδαποθήκη αποτελούσε αναγκαίο χώρο για την αποθήκευση εκρηκτικών και πυρομαχικών και κατασκευαζόταν συνήθως με ενισχυμένους τοίχους, απομονωμένους για λόγους ασφαλείας. Η κύρια ή κεντρική είσοδος του Κάστρου βρισκόταν σε στρατηγική σημείο για τον έλεγχο της πρόσβασης. Συχνά ήταν ενισχυμένη με πύργους και θυρίδες, ώστε να προστατεύει από επιθέσεις. Η βοηθητική πύλη ή δευτερεύουσα είσοδος ή πύλη διαφυγής υπήρχε σε περίπτωση πολιορκίας, ήταν μικρότερη, κρυφή για διαφυγή ή ανεφοδιασμό. Οι δεξαμενές ήταν εξαιρετικά σημαντικές για την επιβίωση κατά την πολιορκία. Τέλος, το φυλάκιο ήταν μικρός χώρος φρουράς κοντά στην είσοδο ή τις επάλξεις. Οι φρουροί παρατηρούσαν τις κινήσεις γύρω από το Κάστρο και ήλεγχαν ποιος εισερχόταν.
Στο Κάστρο Φαναρίου βρέθηκαν, ωστόσο, και ευρήματα τζαμιού και μιναρέ. Τα ευρήματα τζαμιού αποτελούν μεταγενέστερη φάση του Κάστρου, από την Οθωμανική περίοδο. Το τζαμί χρησιμοποιούταν ως χώρος λατρείας για την μουσουλμανική κοινότητα της περιοχής. Τα ευρήματα μιναρέ αποτελούσαν τον χαρακτηριστικό πύργο του τζαμιού, ο οποίος χρησίμευε για την πρόσκληση των πιστών σε προσευχή. Από αυτόν ακουγόταν το κάλεσμα (αζάν).
Το Κάστρο Φαναρίου είναι το μοναδικό φρούριο στη Δυτική Θεσσαλία που διατηρείται σε τόσο καλή κατάσταση, γι’ αυτό και αποτελεί σημαντικότατο δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής στη Δυτική Θεσσαλία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι επάλξεις του παρέμεναν άθικτες. Ωστόσο, η αδιαφορία της πολιτείας και των τοπικών αρχών είχε ως αποτέλεσμα να λεηλατηθεί. Τα υλικά κατασκευής του, κυρίως πελεκητή πέτρα και τούβλα, χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους για την κατασκευή σπιτιών και άλλων κτιρίων – ακόμα και για την Εθνική Τράπεζα της Καρδίτσας. Παρά τις ζημιές, η πολιτεία ανέλαβε δράση και, έστω και καθυστερημένα, ξεκίνησε η διαδικασία διάσωσης και αναστήλωσης του κάστρου από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Έτσι, σημειώνονται οι πρώτες εργασίες ανασκαφής το 1984 με διάρκεια περίπου 2 χρόνια. Από το 1995 εντάσσεται σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα αναστήλωσης και ξεκινάει η αποκατάστασή του. Συγκεκριμένα, αποκαταστάθηκαν τμήματα του τείχους και της πυριτιδαποθήκης, καθώς και συντηρήθηκαν – προστατεύτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα του Κάστρου.
Το Κάστρο Φαναρίου δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο στρατηγικής σημασίας, αλλά κάτι πολύ πιο σημαντικό. Αποτελεί, λοιπόν, ένα σημείο τομής μνήμης, ταυτότητας και τοπικής πολιτισμικής συνέχειας. Η κατανόηση της ιστορίας του είναι κρίσιμη για την εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων ανάδειξης που θα παρουσιαστούν στην επόμενη ενότητα.
Περιηγητικές και Λαογραφικές Μαρτυρίες
Μια ιδιαίτερα ζωντανή και λεπτομερή περιγραφή του Κάστρου Φαναρίου μάς παραδίδεται από τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος το επισκέφθηκε το 1668. Η αφήγησή του, γεμάτη παρατηρήσεις για την οχύρωση, τη στρατιωτική και θρησκευτική του λειτουργία, αλλά και για την πολιτεία που το περιέβαλλε, αναδεικνύει τη στρατηγική και πολιτισμική σημασία του κάστρου εκείνη την περίοδο:
“Δεν ξέρω ποιος το ‘χτισε (…] Το κάστρο το επισκεύασε, με άδεια του Παντισαχ, ο Χαμζα-Μπέης και για την επισκευή (του], ξοδεψε σαραντα πουγγια . Το κάστρο βρίσκεται στην άκρη ενός ψηλού κι απόκρεμνου βραχοβουνου, ύψος που μπορεί κανείς να δει από κει απανω τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, την Ασπρη Θάλασσα και τοπους σ’ απόσταση πέντε ημερών (δρόμο], και μοιάζει με το καστρο του Ντεμαβέντ. Εχει μοναχά μια πύλη, που ανοίγει κατά τη δύση. Είναι τετράγωνο, επισκευασμένο τελευταία. Ο γύρος του είναι χιλια βήματα. Τριγύρω του δεν υπάρχει ταφρος. Και τούτο, γιατί είναι απόγκρεμνο σαν το πηγάδι της Κολασης. Μέσα στο καστρο βρίσκεται το σπίτι του φρούραρχου, δέκα σπίτια στρατιωτών, το τζαμί του Μεχμέτ Χαν, μπαρουταποθήκη, στέρνες, αμπάρια για σταρι, και τίποτ’ άλλο. Απο κάτω, όμως, το κομματι της πολιτείας που βρίσκεται οξ’ απ’ τα τειχιά, εκατο υπέροχα και περίτεχνα δίπατα σπίτια, σκεπασμένα με κεραμίδια, που βλέπουν κατά τον κάμπο. ‘Εχει πέντε μαχαλάδες και πέντε ιερά. Υπάρχει τζαμί του Χαμζα-Μπέη, που ‘ναι μες στο καστρο, το τζαμί της Εβλιγια Χατούν και τρία μικρά συνοικιακά τεμένη. Υπαρχουνε, ακόμα, πενήντα σπίτια απίστων, δυο μικρά χανια, ένα μικρό λουτρό, είκοσι μικρά μαγαζιά, ένας μικρός μεντρεσές, ένα σχολείο, ένας τεκές και -εδώ και εκεί- αμπέλια. Είναι σοφία Θεού, πως ένα -τοσο δα- ψηλο βουνό έχει τόσα ζωογόνα νερά” (Ιστοσελίδα «Φανάρι Καρδίτσας»).
Η διαχρονική σημασία του Κάστρου Φαναρίου επιβεβαιώνεται και μέσα από νεότερες μαρτυρίες και μελέτες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορική-λαογραφική μελέτη του Β. Καλογιάννη, η οποία δημοσιεύθηκε το 1961 στην εφημερίδα «Θεσσαλική Ηχώ». Στο κείμενο αυτό τονίζεται η στρατηγική και πολιτισμική σημασία του κάστρου ήδη από την αρχαιότητα, καθώς συνδέεται με την προομηρική πόλη της Ιθώμης, ενώ αναφέρονται και μαρτυρίες του 19ου αιώνα για τη μορφή του οικισμού και του φρουρίου λίγο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας: ‘Ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά κτίσματα της Δυτικής Θεσσαλίας, τα υπολείμματα του οποίου επιτρέπουν να το αναπλάσουμε σ’ όλη του την προτερινή κατάσταση είναι το Βυζαντινό Φρούριο του Φαναρίου, που στεφάνωνε και προστάτευε την ομώνυμη κωμόπολη. Από την θέση που είχε το Κάστρο αυτό της περιοχής Καρδίτσης, δικαίως θεωρούνταν ως φυσικό αντέρεισμα του άλλου μεγάλου Φρουρίου των Τρικάλων για το οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω.
Το Κάστρο του Φαναρίου είναι κτισμένο στην ίδια περίπου θέση όπου στα αρχαία χρόνια υψωνόταν περήφανη η Ακρόπολη της προομηρικής ακόμη οχυρής πόλεως-κράτους, της “κλωμακόεσσας” Ιθώμης που ήταν θεμελιωμένη στα πλαϊνά ενός ακρόβουνου, στα ανατολικά του Μουζακίου και σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου νοτιοδυτικά των Γόμφων. Η ΙΘώμη ήταν πόλη της Εστιώτιδος μιας από τις φυλετικές Επαρχίες της αρχαίας Θεσσαλίας. Οι πανάρχαιοι ελληνικοί Θρύλοι αναφέρουν άτι οι Ιθωμίτες πήραν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας, υπό τις διαταγές των γιών του Ασκληπιού Μαχάονος και Ποδαλειρίου. 0 Στράβων διαστέλλοντας την απ’ την συνώνυμή της μεσσηνιακή Ιθώμη, λέει ότι επιβάλλεται να προφέρεται Θώμη. 0 ίδιος μας γνωρίζει οτι στον καιρό του η Ιθώμη υπαγόταν στην πλησιοχωρή της Μητροπολη, στην οποίαν σιγά – σιγά μετοικούσαν οι κάτοικοί της.
Το Φρούριο επεσκέφθη και ο Ν. Γεωργιάδης ολίγον μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881, και ο οποίος γράφει τα εξής στο περίφημο και πολύτιμο βιβλίο του “Θεσσαλία” (1894). “Επί δε της ακρωρείας, της υψουμένης προς ανατολάς της κοιλάδος του Μουζακίου, κείται μικρόν χωρίον Φανάρι, όπερ, κείμενον εν θέσει απόπτω, καθίσταται έτι καταφανέστερον εiς τον εκ της πεδιάδος ερχομενον δια τα κεκονιαμένα τείχη του περιβάλλονrος αυτά φρουρίου. Το χωρίον μικρόν και άσημον, κατοικείται υπό 200 οικογενειών, των πλειόνων Τουρκικών, το δε περιβάλλον αυτό βυζαντινόν φρούριον διατηρείται και μέχρι σήμερον λίαν οχυρόν ως εκ της τοποθεσίας του. Ενταύθα ήδρευε πρότερον o Επίσκοπος Φαναρίου – Φαρσάλων, διαμένων ήδη εν τη τελευταία πόλει. Εν τω φρουρίω παρατηρούνται ορθογώνιοι λίθοι των τειχών της ενταύθα κειμένης ερυμνής και κλωμακοέσσης Ιθώμης πόλεως προμηρικής. Ο Στράβων, μνημονεύων ταύτης, ως ομωνύμου της Μεσσηνιακής, προσεπιλέγει, ότι η θεσσαλική οφειλει να προφέρηται αφαιρουμένης της πρώτης συλλαβής, διά και THEUMA καλείται υπό του Λιβίου (42.13) υπήγετο δε κατά τους χρόνους του Στράβωνος η πόλις εις την χώραν των Μητροπολιτών (της οποίας τα ερείπια μία ώραν μακράν των της Ιθώμης θα ανεύρωμεν εν τω Παλαιοκάστρω) και έκειτο μεταξύ τεσσάρων φρουρίων ως εν τετραπλεύρω κειμένων Τρίκκης τε και Πελινναίου και Γόμφων και Μητροπόλεως” (Ιστοσελίδα «Φανάρι Καρδίτσας»).
Τα αποσπάσματα αυτά, είτε πρόκειται για περιγραφές περιηγητών είτε για ιστορικές και λαογραφικές καταγραφές, αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες του παρελθόντος. Μέσα από τα μάτια ανθρώπων διαφορετικών εποχών, αποκαλύπτονται όχι μόνο η μορφή και η λειτουργία του Κάστρου του Φαναρίου, αλλά και η σημασία του για την ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για πηγές που διασώζουν εικόνες, λέξεις και νοοτροπίες μιας άλλης εποχής, εμπλουτίζοντας τη σύγχρονη έρευνα με βιώματα και λεπτομέρειες που δεν καταγράφονται στους επίσημους ιστορικούς απολογισμούς.
Συμπερασματική Παρατήρηση
Το Κάστρο Φαναρίου είναι ένα μοναδικό δείγμα βυζαντινής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, το οποίο όχι μόνο άντεξε στον χρόνο αλλά και αποτυπώνει τη διαχρονική σημασία της περιοχής. Σήμερα, αποτελεί σημείο μνήμης, πολιτισμικής συνέχειας και εφαλτήριο για τη χρήση σύγχρονων μέσων ανάδειξης που θα παρουσιαστούν στην επόμενη ενότητα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρχαιολογία και Τέχνες. (2018). Κάστρο Φαναρίου: Ο φρουρός των Αγράφων. Διαθέσιμο στο: https://www.archaiologia.gr/blog/2018/06/18/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CF%86%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86/ (τελευταία πρόσβαση: 27/06/2025).Ιστοσελίδα «Φανάρι Καρδίτσας». Διαθέσιμο στο: https://sites.google.com/site/fanarikarditsa/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF, (τελευταία πρόσβαση: 05/06/2025).Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας – Διεύθυνση Πολιτισμού, Τουρισμού, Νεότητας (2007). «Οδοιπορικό στα μνημεία του Νομού Καρδίτσας: Αρχαιότητες – Ναοί – Νεότερα Μνημεία. Καρδίτσα, σελ. 89.Ντούσας Δημήτρης Βασ. (2023), «Η Ιστορία του Φαναρίου Καρδίτσας και του Κάστρου του (1500 π.Χ. ως σήμερα)». Ανακτήθηκε από: https://mouzakinews.gr/2023/03/i-istoria-toy-fanarioy-karditsas-kai-toy-kastroy-toy-1500-p-ch-os-simera/, τελευταία πρόσβαση: 20/05/2025)Ομήρου Ιλιάδα Β΄729-733. Ανακτήθηκε από: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/omhros/il02.htm , (τελευταία πρόσβαση: 20/05/2025)Σαβόγλου Κώστας (2012), Η Θεσσαλία κατά την Ύστερη Βυζαντινή Περίοδο. Εκδ. Βιβλιοθήκη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, Αθήνα, σελ. 145.Σδρόλια Σταυρούλα (2012), «Φανάρι», Κόμβος «ΟΔΥΣΣΕΑΣ», ΟΠΕΠ, Υπουργείο Πολιτισμού (Άρθρο).Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Εφορεία Αρχαιοτήτων Καρδίτσας (χ.χ.). «Βυζαντινό Κάστρο Φαναρίου – Byzantine Castle Fanari». Ενημερωτικό φυλλάδιο.Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (2014). «Κάστρο Φαναρίου Καρδίτσας – Castle of Fanari at Karditsa». Έντυπη έκδοση τεκμηρίωσης έργου ΕΣΠΑ. Τρίκαλα.